Τα λάθη κι οι προσδοκίες στον πρωτογενή τομέα

Συνέντευξη του Μύρων Χιλετζάκη, Αντιπροέδρου της ΕΑΣΗ και της Ομάδας Αμπελοκαλλιεργητών – Ελαιοκαλλιεργητών  στο CPA MAGAZINE.

 

…«Το 2020 είναι μία κομβική χρόνια. Για την νέα προγραμματική περίοδο 2021 – 2027, θα χρειαστεί «Μία» δημόσια διαβούλευση κι ο καθένας από εμάς απαιτείται να προτείνει – σχεδιάσει το αύριο της δίκης του αγροτικής εκμετάλλευσης, καθώς είναι η τελευταία ευκαιρία του έλληνα παραγωγού να ξυπνήσει ο κοιμώμενος γίγαντας που λέγεται πρωτογενή τομέας»…

 

Στα χρόνια που πέρασαν οι δοκιμασίες του γίγαντα αυτού, που ονομάζεται πρωτογενής τομέας, ήταν αμέτρητες με τις ευθύνες να τις χρεώνονται όλες οι πλευρές: Παραγωγοί, Πολιτεία, Βρυξέλλες, Κλιματική Αλλαγή.
Οι διεκδικήσεις σε ένα μεγάλο μέρος μειώθηκαν, το αγροτικό κίνημα έχασε τη δυναμική του, η αξιοπιστία του χάθηκε ανάμεσα σε πολιτικές διαδρομές.

«6.200 ήταν οι συνεταιριστικές οργανώσεις που υπήρχαν σε όλη την Ελλάδα. Απέμειναν λιγότερες από 100 που λειτουργούν σε υγιή βάση, ενώ οι εγγεγραμμένοι αγρότες στο Μητρώο του ΟΠΕΚΕΠΕ  ανέρχονται σε 600.000, εκ των οποίων οι 120.000 κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Μόνο 40.000 αγρότες είναι κάτω των 40 ετών.
Έτσι όλοι ΕΜΕΙΣ γίναμε  ΕΓΩ»…

 

Η παραγωγική βάση στηρίχθηκε σε άλλα μοντέλα, η διατροφή, η ποιότητα της, η επιβίωση, το κόστος παραγωγής, οι ενισχύσεις, μπλέχτηκαν σε κουβάρι που δύσκολα ξετυλίγεται ακόμα και σήμερα.

…«Η αντίστροφη μέτρηση για τον παραγωγικό κόσμο της χώρας μας ξεκίνησε τη δεκαετία του ΄90 που δεν υπήρξε ο σωστός σχεδιασμός.

Υπουργείο,παραγωγοί, συνεταιριστές, συνδικαλιστές συναίνεσαν στην περιβόητη αγρανάπαυση στην δεκαετία 1985 -1995. Με αυτό τον τρόπο έχασαν τη δυναμική τους τα εξαιρετικά αγροτικά προϊόντα της χώρας μας»…

 

Το κεντρικό κράτος, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ήξερε και ξέρει πως η ταφόπλακα του Έλληνα αγρότη ήταν κι είναι η πολιτική που περιορίζεται μόνο στο χρόνο – τρόπο καταβολής των ενισχύσεων, όταν οι δυνατότητες της χώρας είναι περισσότερες.

«Παράδειγμα είναι ο κρητικός αμπελώνας με τις τεράστιες δυνατότητες του, τις πολλές και μεγάλες διακρίσεις στο κρασί, στη σταφίδα όπως και στο επιτραπέζιο σταφύλι.

Έτσι καταφέραμε λοιπόν το ακατόρθωτο: Η Κρήτη το 1985 παρήγαγε 100.000 τόνους σταφίδα κι η Τουρκία 30.000 .
Το 2018 όλη η Ελλάδα παρήγαγε 30.000 τόνους σταφίδα, ενώ η Τουρκία έφθασε στους 350000 τόνους»…

 

Μαζί με το αμπέλι και τη σταφίδα όμως,  που μεγάλωσε τους περισσότερους από εμάς, σπούδασε τα παιδιά μας,έδωσε φαγητό στα φτωχά νοικοκυριά, έχτισε το μεγαλύτερο μέρος του Ηρακλείου και τα περάσαμε στην παρακμή – αφάνεια, τα ίδια λάθη κάναμε προσποιούμενοι ότι δεν ξέραμε, δεν ακούσαμε τις σειρήνες κινδύνου, δεν καταλάβαμεκαι με το άλλο χρυσοφόρο προϊόν μας, το λάδι. Πέσαμε στην παγίδα που έστησαν οι άλλοι για μας.

Το ΕΜΕΙΣ έγινε εκ νέου ΕΓΩ, η καλλιέργεια μπήκε στον αυτόματο πιλότο, η τυποποίηση δεν προχώρησε στην πλειοψηφία του αγροτικού κόσμου, οι συνεταιρισμοί, σύλλογοι, ομάδες παραγωγών λειτούργησαν σε πολλές των περιπτώσεων για ίδιο όφελος και το λάδι έφευγε χύμα προς άλλες χώρες. Το αποτέλεσμα γνωστό. Το βάφτιζαν δικό τους, το τυποποιούσαν, το μοσχοπουλούσαν στις αγορές κερδίζοντας με το δικό μας κόπο, τη δική μας παραγωγή.
Έτσι οι παραγωγοί έμειναν στον άσσο, τα χρόνια τα δύσκολα οι ελαιώνες έμειναν απεριποίητοι,  τους επιστήμονες δεν τους ακούσαμε και σήμερα αναρωτιέσαι γιατί να είσαι αγρότης.


«Γνώμονας της πορείας μας πρέπει να είναι οι διατροφικές μας ανάγκες, με όποιους φόβους ή κινδύνους αυτή συνοδεύεται.
Βιώνουμε τις αλλαγές, μα πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε»
απαντά ο κ. Μύρων Χιλετζάκης.

Στα χρόνια που διανύουμε και σε αυτά που έρχονται ωστόσο, σε πείσμα των δυσκολιών υπάρχουν κι εκείνοι που μετρούν τα βήματα τους, προβληματίζονται, μελετούν τα δεδομένα, εξελίσσονται, σέβονται τον εαυτό τους, τις καλλιέργειες, τους καταναλωτές κι αγωνίζονται για όλα τα παραπάνω.
Στόχος τους είναι όχι η ανατροπή των δεδομένων αλλά η άμβλυνση των ανισοτήτων μεταξύ Βορρά – Νότου, μικρού και μεγάλου κλήρου σε βάρος των μικρών παραγωγών, η ανάκτηση κάποιων κεκτημένων, όπως επίσης η προστασία των καλλιεργειών στο δρόμο της κλιματικής αλλαγής.

«Η κλιματική αλλαγή είναι ο μεγάλος προβληματισμός των επόμενων γενεών και είμαστε μάρτυρες της μεγάλης καταστροφής στον Αμαζόνιο, μιας μεγάλης πηγής οξυγόνου για όλο τον πλανήτη.
Ο μεγαλύτερος βραχνάς του Έλληνα αγρότη είναι η κλιματική αλλαγή.
Κι όμως η Κρήτη ευλογημένος τόπος, διαθέτει ένα τεράστιο δάσος από ελαιώνες επομένως όταν μιλάμε για νέα ΚΑΠ – πράσινη ανάπτυξη πρέπει να το συμπεριλάβουμε στο φάκελο της νέας προγραμματικής περιόδου.

Υπενθυμίζω το παράδειγμα του Σαντορινιού αμπελώνα στην προηγούμενη προγραμματική περίοδο 2015 –2019 που καλλιεργείται στην ηφαιστειακή λάβα καιμας δίνει εξαιρετικά αποτελέσματα.

… Μικρός  – πολυτεμαχισμένοςκι ο κλήρος όσον αφορά στους ελαιώνες που καλλιεργούνται με τον παραδοσιακό τρόπο σε βουνά και σε πλαγιές.

Ο αγροτικός πληθυσμός της Κρήτης, ο κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, ο παραγωγός που πρωτίστως σήμερα σέβεται τον εαυτό του, παλεύει για το εισόδημά του και μελετά για το αύριο.
Ζητά από την Πολιτεία να σχεδιάσει με βάσει τα δεδομένα και τις ανάγκες της χώρας μας. Να ενισχύσει όλους όσοι παράγουν. Να τους εξασφαλίσει έναντι των ζημιογόνων αίτιων που πλήττουν την παραγωγή. Να προασπίσει τα συμφέροντα τους μέσω των διακρατικών συμφωνιών και να αξιοποιήσει αυτό το γίγαντα που λέγεται πρωτογενής τομέας, ή όπως εκείνη τον αποκαλεί: «Ατμομηχανή της χώρας».

 

Επιμέλεια : Άρια Δούκα